ἕρμαξ

ἕρμαξ, ᾰκος, , ([etym.] ἕρμα)
A heap of stones, cairn, Nic.Th.150; λίθακές τε καὶ ἕρμακες Epic. in Arch.Pap.7.10.
II = ἕρμα 1.2, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έρμαξ — ἕρμαξ, ὁ (Α) [έρμα] 1. σωρός από πέτρες γύρω από αγάλματα τού Ερμή που τοποθετούσαν στις οδούς, σχηματιζόμενος εξαιτίας τής παλιάς συνήθειας τών αρχαίων να ρίχνει κάθε διαβάτης μια πέτρα στον σωρό, ο αρμακάς 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἕρμακες ὕφαλοι… …   Dictionary of Greek

  • ἕρμακας — ἕρμαξ heap of stones fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρμακες — ἕρμαξ heap of stones fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρμα — το (AM ἕρμα) πρόσθετο βάρος το οποίο τοποθετείται στο κύτος πλοίου ή λέμβου για να αυξήσει την ευστάθειά τους, η σαβούρα νεοελλ. 1. πρόσθετο βάρος, το οποίο τοποθετείται στη λέμβο αερόστατου, για να ρυθμίζεται η ανύψωσή του 2. στρώμα από σκύρα,… …   Dictionary of Greek

  • έρμαιο — το (AM ἕρμαιον) μσν. νεοελλ. οτιδήποτε παρασύρεται χωρίς τη θέλησή του από κάποιον, το θύμα, το παίγνιο (α. «άνθρωπος έρμαιο τών παθών του» β. «πλοίο έρμαιο τών κυμάτων») νεοελλ. κάθε αδέσποτο αντικείμενο που φέρεται εδώ κι εκεί από τα κύματα ή… …   Dictionary of Greek

  • ερμακιά — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.000 μ., 436 κάτ.) του νομού Κοζάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αγίας Παρασκευής. * * * ἑρμακιά, ἡ (Α) [έρμαξ] αιμασία*. τοίχος κατασκευασμένος με πέτρες μικρές και μεγάλες χωρίς χρησιμοποίηση λάσπης, ξερολιθιά… …   Dictionary of Greek

  • ερμείον — ἑρμεῑον, τὸ (Α) [Ερμής] 1. ναός προς τιμήν τού Ερμή 2. πιθ. έρμαξ* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.